ΙΤΑΛΙΑ

ΓΕΝΙΚΑ

Δημοκρατία της νότιας Ευρώπης.
Επιφάνεια: 301.230 τ.χμ
Πληθυσμός: 58.057.477 κατ.
Πρωτεύουσα: Ρώμη.
Γλώσσα: επίσημη η ιταλική. Ανάμεσα στις αλλόγλωσσες ομάδες είναι η γερμανική, η αλβανική, η ελληνική, η καταλανική.
Θρησκεία: καθολική, υπάρχουν μειονότητες προτεσταντών και ορθοδόξων.
Νόμισμα: Ευρώ
Σύνορα: συνορεύει στα δυτικά με τη Γαλλία, στα βόρεια με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ανατολικά με τη Σλοβενία. Το χερσονησιακό τμήμα της βρέχεται στα δυτικά από τη Λιγουρική Θάλασσα, από τη Θάλασσα της Σαρδηνίας και από το Τυρρηνικό πέλαγος, στα νότια από τη Θάλασσα της Σικελίας και από το Ιόνιο Πέλαγος και στα ανατολικά από την Αδριατική Θάλασσα.
Πολίτευμα: κοινοβουλευτική δημοκρατία. Το κοινοβούλιο αποτελείται από δύο νομοθετικά σώματα, τη βουλή των αντιπροσώπων και τη Σύγκλητο της δημοκρατίας.


ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

Γεωμορφολογία. Στο βόρειο τμήμα της χώρας κυριαρχούν οι Άλπεις οι οποίες χωρίζονται σε Δυτικές Άλπεις, σε Κεντρικές Άλπεις και σε Ανατολικές Άλπεις με υψόμετρα που χαμηλώνουν από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Το αλπικό τόξο περιλαμβάνει στα δυτικά τις πιο ψηλές κορυφές (Λευκό Όρος 4810μ., Μόντα Ρόζα 4634μ., Τσερβίνο 4478μ.). Στη βάση των Άλπεων εκτείνονται μεγάλες λίμνες όπως η Λάγκο Ματζόρε (212τ.χλμ.), η Κόμο (146τ.χλμ., η πιο βαθιά με 410μ.) και η Γκάρντα (η πιο μεγάλη, 370τ.χλμ.). Η δεύτερη μεγάλη οροσειρά της Ιταλίας είναι τα Απέννινα, που αποτελούν το σκελετό της ιταλικής χερσονήσου και εκτείνονται για 1190χλμ.. Οι οροσειρές της Σικελίας θεωρούνται προέκταση των Απεννίνων. Σ' αυτές ξεχωρίζει ο μεγάλος ηφαιστειακός κώνος της Αίτνας. Η πιο μεγάλη πεδιάδα είναι η πεδιάδα του Πάδου(46.000τ.χλμ.), που ορίζεται από τις Άλπεις και τα Απέννινα. Κλίμα. Η Ιταλία έχει κλίμα ήπιο με σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις διάφορες περιοχές, ακόμα και στις πιο κοντινές μεταξύ τους. Στην περιοχή των Άλπεων έχουμε χαμηλές θερμοκρασίες και αξιοσημείωτες θερμικές βροχοπτώσεις. Η περιοχή της πεδιάδας του Πάδου παρουσιάζει κλίμα ηπειρωτικό, χωρίς πολλές βροχοπτώσεις. Η περιοχή των Απεννίνων παρουσιάζει χαρακτήρα ηπειρωτικότητας που γίνεται πιο φανερός προς το εσωτερικό. Στη νησιώτικη περιοχή και στην περιοχή του Ιονίου το κλίμα είναι τυπικά μεσογειακό, με ήπιους χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια. Οι βροχοπτώσεις είναι ελάχιστες και συγκεντρωμένες κυρίως στη χειμερινή περίοδο. Υδρογραφία. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τους οι ποταμοί της Ιταλίας εκβάλλουν στην Αδριατική Θάλασσα. Από αυτούς ο πιο σπουδαίος είναι ο Πάδος, τόσο στο μήκος, όσο και στη μέση διαρροή, ακολουθούμενος από τον Αδίγη. Στην Τυρρηνική Θάλασσα χύνονται ο Άρνος και ο Τίβερης. Οι ποταμοί της χώρας χρησιμοποιούνται ως πηγή υδροηλεκτρικής ενέργειας, ενώ δεν έχουν καμιά αξία για τη ναυσιπλοΐα, με εξαίρεση τον Πάδο.

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

Από το 1861 μέχρι σήμερα ο ιταλικός πληθυσμός αυξήθηκε πολύ. Η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε μετά το Α΄Παγκόσμιο πόλεμο, αλλά και μετά το Β΄Παγκόσμιο πόλεμο η δημογραφική αύξηση ήταν σημαντική. Ο πληθυσμός δεν είναι όμοια κατανεμημένος. Είναι συγκεντρωμένος γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικότερα εκεί όπου κοντά στις βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες υπάρχει και μια ανθηρή γεωργία. Είναι πυκνοκατοικημένες οι βορειοανατολικές περιοχές της χώρας που είναι πλούσιες σε βιομηχανικές, εμπορικές και γεωργικές δραστηριότητες, όπως επίσης και η Καμπάνια στο νότο, εξαιτίας των γόνιμων εδαφών της και της υψηλής γεννητικότητας. Είναι αντίθετα αραιοκατοικημένες οι τυπικά γεωργικές περιοχές, οι ορεινές και οι βαλτώδεις παραθαλάσσιες περιοχές. Αυτή η άνιση κατανομή είναι ένα από τα φαινόμενα των ανισορροπιών που υπάρχουν ανάμεσα στις διάφορες περιοχές της Ιταλίας.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Από οικονομική άποψη, η Ιταλία ήταν στα χρόνια μετά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ένα από τα πιο δυναμικά κράτη της ευρωπαϊκής ηπείρου που μεταβλήθηκε από αγροτική χώρα σε χώρα πρωταρχικά βιομηχανική. Η βιομηχανική διαδικασία της Ιταλίας είναι ακόμα πιο σπουδαία αν αναλογιστούμε ότι η χώρα είναι ουσιαστικά χωρίς πρώτες ύλες. Κοντά στη βιομηχανία αναπτύχθηκαν και οι υπηρεσίες και γενικά οι τριτογενείς δραστηριότητες. Η επέκταση της βιομηχανίας ενδιαφέρει κυρίως τις βόρειες περιοχές, όπου η ιδιωτική πρωτοβουλία βρήκε πιο πρόσφορο έδαφος. Στο νότο, αντίθετα, πραγματοποιήθηκαν έργα κυρίως υποδομής. Η καλλιεργούμενη επιφάνεια στην Ιταλία είναι ίση με το 53% της συνολικής παραγωγικής επιφάνειας. Καλλιεργούνται δημητριακά (σιτάρι, μια πολύ διαδεδομένη καλλιέργεια που ικανοποιεί τις εθνικές ανάγκες, καλαμπόκι), λαχανικά(ντομάτες, λάχανα, αγκινάρες), αμπέλια, ελιές, εσπεριδοειδή, φρούτα. Η δασική κληρονομιά είναι πολύ μικρή, εξαιτίας των ανοργάνωτων εκδασώσεων, που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του αιώνα μας. Εκτρέφονται βοοειδή, πρόβατα, γίδες και χοίροι. Οι ορυκτές πηγές του υπεδάφους δεν ικανοποιούν τις απαιτήσεις των βιομηχανιών μετασχηματισμού. Υπάρχουν κοιτάσματα σιδήρου, μολύβδου, ψευδαργύρου, αντιμονίου. Το πετρέλαιο είναι ουσιαστικά συγκεντρωμένο στα κοιτάσματα της Σαρδηνίας. Οι πιο αναπτυγμένοι τομείς της βιομηχανίας τα τελευταία χρόνια είναι ο μεταλλουργικός, ο μηχανικός, ο ηλεκτρικός, ο χημικός και ο οικοδομικός. Στις μηχανικές παραγωγές ξεχωρίζουν αυτές των αυτοκινήτων, συγκεντρωμένες κυρίως στη ΦΙΑΤ. Υπάρχουν ακόμα βιομηχανίες τροφίμων, υφαντουργίας, υποδημάτων. Ο τουρισμός είναι πολύ αναπτυγμένος και αποτελεί σημαντική οικονομική πηγή κυρίως για το νότο.

ΙΣΤΟΡΙΑ

Στην προϊστορική εποχή υπήρχαν στην Ιταλία δύο πολιτισμοί ινδοευρωπαϊκής καταγωγής, ο ένας στο βορρά και ο άλλος στο κέντρο της χερσονήσου. Γύρω στον 8ο αι. π.Χ. οι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες στη νότιο Ιταλία και τη Σικελία. Την ίδια περίοδο έχουμε πληροφορίες για τους Ετρούσκους. Τον 5ο αι. π.Χ. οι Γαλάτες εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Πάδου. Τον 3ο αι. π.Χ. η Ρώμη ενώθηκε από τους Ρωμαίους και μέχρι την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Δύσης η ιστορία ταυτίζεται μ' αυτήν της Ρώμης. Μετά από μια μακρόχρονη περίοδο επιδρομών από την πλευρά των Γότθων και των Βανδάλων, το 476μ.Χ., με την απομάκρυνση του τελευταίου αυτοκράτορα Ρομόλου Αυγουστόλου από τον Οδόακρο, έλαβε τέλος η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Δύσης. Το 493 ο Οδόακρος ηττήθηκε από τον Θεοδώριχο, που ίδρυσε το οστρογοτθικό βασίλειο. Ο ελληνικο-γοτθικός πόλεμος (535-553) έθεσε τέλος στην κυριαρχία των Γότθων και εδραίωσε τη βυζαντινή ηγεμονία. Λίγα χρόνια αργότερα όμως τους Γότθους διαδέχτηκαν οι Λογγοβαρδοί που κατάφεραν να κυριεύσουν το μεγαλύτερο τμήμα της χερσονήσου (568-569). Η ειρήνη που κλείστηκε με τους βυζαντινούς το 603 οδήγησε στο χωρισμό της χώρας σε δύο μέρη: στη βυζαντινή Ιταλία και τη λογγοβαρδική. Το 774 ο Κάρολος ο Μέγας έθετε τέλος στο βασίλειο των Λογγοβαρδών και το 800, με τη στέψη του, γεννιόταν η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Με την κάθοδο στην Ιταλία του Όθωνα Α΄της Σαξονίας και τη στέψη του ως αυτοκράτορα ξεκίνησε μια περίοδος ανταγωνισμού μεταξύ των αυτοκρατόρων και των πάπων. Ξεκινώντας από τον 11ο αι. έχουμε τη δημιουργία του ελεύθερου ιταλικού δήμου, ο οποίος όμως δεν κατάφερε να εξαλείψει την κυριαρχία του παπάτου και της αυτοκρατορίας. Το 14ο αι. πολλοί δήμοι μεταμορφώθηκαν σε σινιορίες και πριγκιπάτα. Το τέλος του 15ου αι. συμπίπτει με την κρίση της ιταλικής ελευθερίας. Ο βασιλιάς της Γαλλίας, Κάρολος Η΄ κατέβηκε στην Ιταλία και κυρίευσε το Βασίλειο της Νάπολης. Το 1559 η συνθήκη του Σατό-Σαμβρέσις επικύρωνε την ισπανική κυριαρχία στην Ιταλία. Η ισπανική ηγεμονία (1559-1713) συνέπεσε με μια περίοδο έντονης παρακμής των τεχνών και των γραμμάτων και μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης. Στο πρώτο μισό του ίδιου αιώνα εκδηλώθηκε στην Ιταλία ένας μεγάλος ενθουσιασμός για πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις και άρχισαν να ξεχωρίζουν οι έννοιες του έθνους και της ανεξαρτησίας και οι ελπίδες ενότητας. Με την αποκατάσταση του "αρχαίου καθεστώτος" και την επιστροφή των παλιών απολυταρχικών ηγεμόνων γεννήθηκαν οι μυστικές εταιρείες και τα πρώτα κίνητρα για ανεξαρτησία. Η Ιταλική Αναγέννηση υπήρξε έργο διανοούμενων, όπως ο Ματζίνι, ο Τζιομπέρτι, ο Κατανέο, πολιτικών, όπως ο Καβούρ και αρχηγών όπως ο Βίκτορας Εμμανουήλ και ο Γκαριμπάλντι. Η χώρα βρήκε ξανά την ισορροπία της με την κυβέρνηση του Τζιολίτι, που υπήρξε ένας από τους τους πιο ικανούς πολιτικούς της Ιταλίας. Η ανάληψη ξανά της αποικιακής πολιτικής έγινε το 1911 με τη μάχη ενάντια στην Τουρκία και την κατάκτηση της Λιβύης. Η εκλογική νίκη των σοσιαλιστών και των καθολικών το 1913 οδήγησε στην παραίτηση του Τζιολίτι, τον οποίο διαδέχτηκε ο Σαλάντρα (1914). Μετά από μια διακήρυξη ουδετερότητας (1η Αυγούστου 1914), κάτω από τις πιέσεις των επεμβατικών ρευμάτων, η κυβέρνηση εισχώρησε στην Τριπλή Συμμαχία και κήρυξε τον πόλεμο στην Αυστρία, ελπίζοντας να επιτύχει την εδαφική ενότητα. Ο πόλεμος τελείωσε με νίκη το 1918 και στην Ιταλία αποδόθηκαν το Τρεντίνο, η Ίστρια και η Ζαντάρ. Αλλά οι ιταλοί έμειναν απογοητευμένοι από τη μεταχείριση των συμμάχων και στην ηθική κρίση προστέθηκε και η οικονομική. Μετά από μια γενική απεργία και κατάληψη των εργοστασίων, η συνταγματική κρίση οδήγησε σε ένα αυταρχικό και αντιδημοκρατικό καθεστώς, στον φασισμό και την κήρυξη του Μουσολίνι ως πρωθυπουργού. Τα λάθη των αντιφασιστικών κομμάτων επέτρεψαν στο Μουσολίνι να εγκαινιάσει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς (1925). Η Ιταλία έκανε την είσοδό της στο Β΄Παγκόσμιο πόλεμο τον Ιούνιο του 1940, όταν η Γαλλία είχε ήδη ηττηθεί. Ο Μουσολίνι συνελήφθη το 1943. Στις 13 Οκτωβρίου της ίδιας χρονιάς η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στη Γερμανία και αναγνωρίστηκε από τους Συμμάχους ως συνεμπόλεμος. Από την πλευρά του ο Μουσολίνι, που ελευθερώθηκε από τους Γερμανούς, ανακήρυξε στο Σαλό την Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία. Η χώρα βρέθηκε χωρισμένη στα δύο: στο νότο που ήταν στα χέρια των Συμμάχων και κάτω από την κυβέρνηση του Βίκτορα Εμμανουήλ Γ΄και το υπόλοιπο στα χέρια των Γερμανών και των φασιστών. Η απελευθέρωση πραγματοποιήθηκε στις 25 Απριλίου 1945. Ο Μουσολίνι συνελήφθη και δικάστηκε στις 28 Απριλίου. Το 1946 ο Βίκτορας Εμμανουήλ παρακινήθηκε να παραιτηθεί για χάρη του Ουβέρτου Β΄, αλλά το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου έλυνε το ζήτημα υπέρ της δημοκρατίας. Από την 1η Ιανουαρίου 1948 έμπαινε σε ισχύ το Σύνταγμα. Με τις εκλογές του 1948 η Χριστιανική Δημοκρατία κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία της βουλής και άνοιγε την περίοδο των κεντρώων κυβερνήσεων. Η εξωτερική πολιτική του Ντε Γκάσπερι οδήγησε την Ιταλία στην είσοδο στο ατλαντικό σύστημα και στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Το 1955 η χώρα έγινε αποδεκτή στον ΟΗΕ. Κάτω από την προεδρία του Λένε (1971-1978) η χώρα οδηγήθηκε σε μια οικονομική και κοινωνική κρίση και έμπαινε σε μια έντονη φάση το 1978, χρονιά κατά την οποία η Ερυθρά Ταξιαρχία απήγαγε και σκότωσε τον πρόεδρο του κόμματος του κέντρου (DC) Άλντο Μόρο. Το1983 εδραιώθηκε η πρώτη κυβέρνηση σοσιαλιστικής κατεύθυνσης στην ιστορία της δημοκρατίας. Πρωθυπουργός ορίστηκε ο Μπετίνο Κράξι. Η κυβέρνησή του όμως αναγκάστηκε να παραιτηθεί εξαιτίας των αντιθέσεων ανάμεσα στις κύριες πολιτικές δυνάμεις (DC και PSI). Η ήττα των μεγάλων κομμάτων στις εκλογές του 1992 και η άνοδος της Λέγκας του Βορρά, οδήγησε σε μια αποσταθεροποίηση του παραδοσιακού πολιτικού πλαισίου. Πρόεδρος της δημοκρατίας εκλέχτηκε ο Όσκαρ Λουίτζι Σκάλφαρο. Στις πολιτικές εκλογές του 1994 κέρδισε την πλειοψηφία στη βουλή των αντιπροσώπων το κόμμα της δεξιάς Πόλο, της οποίας ο πρόεδρος Μπερλουσκόνι σχημάτισε μια κυβέρνηση που σε λίγους μήνες όμως έπρεπε να παραιτηθεί εξαιτίας της αποχώρησης από αυτό της Λέγκας του Βορρά. Τον Ιανουάριο του 1995 ο Σκάλφαρο προώθησε το σχηματισμό μιας κυβέρνησης συνασπισμού με πρωθυπουργό το Ντίνι. Στις εκλογές του 1996 κέρδισε ο κεντροαριστερός σχηματισμός Ουλίβο και ο Ρομάνο Πρόντι σχημάτισε κυβέρνηση.

ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΟΙ

Η ιταλική γλώσσα είναι μια γλώσσα νεολατινική ή ρωμανική. Οι διάλεκτοι που μιλούν στην Ιταλία χωρίζονται σε βόρειες και νότιες. Τα πρώτα παραδείγματα της γραπτής λαικής γλώσσας έχουμε με το "Βερονέζικο αίνιγμα" (8ο-9ο αι.), την "Απόφαση δικαστηρίου" της Καπούα (960). Ο πολιτικός διαχωρισμός των ιταλικών κρατών δεν επέτρεπε την εγκαθίδρυση μιας κοινής γλώσσας. Για αιώνες η χώρα είχε μια αδύναμη πολιτιστική ενότητα. Στις αρχές του 19 ου αι. την ιταλική γραπτή γλώσσα γνωρίζει μια μικρή μειονότητα. Στον Αλεσσάντρο Μαντσίνι οφείλεται η δημιουργία μιας ζωντανής και σύγχρονης γλώσσας.

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Η ιταλική λογοτεχνία γεννήθηκε το 13ο αι., πολύ αργά σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές λογοτεχνίες, εξαιτίας της διατήρησης της λατινικής γλώσσας. Σημείο εκκίνησης είναι η ίδρυση της σικελικής ποιητικής σχολής, που άνθησε ανάμεσα στο 1230 και το 1270 στην αυλή του Φεδερίκου Β΄. Η πρωτοβουλία της σικελικής σχολής είναι ενιαία. Το 14ο αι. ξεχωρίζουν οι μορφές του Δάντη (το έργο του "Θεία Κωμωδία" είναι από τα κορυφαία έργα της ανθρωπότητας), του Πετράρχη και του Βοκκάκιου ("Δεκαήμερο"). Το 15ο αι. εδραιώνεται ο νέος ουμανιστικός πολιτισμός που δεν είναι πια μονάχα τοπικός, αλλά εθνικός. Πολιτιστικά κέντρα γεννιούνται παντού, στις Ακαδημίες και στις αυλές. Στις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι. ο αναγεννησιακός κλασικισμός βρίσκει την έκφραση του στις "Πρόζες της λαϊκής γλώσσας" του Μπέμπο. Η κωμωδία αυτού του αιώνα αποτελεί ένα από τα πιο ζωτικά κεφάλαια του ιταλικού θεάτρου. Το έργο του Μακιαβέλι "Μανδραγόρας" θεωρείται το αριστούργημά της, ικανό να αντικατοπτρίσει το πνεύμα ενός ολόκληρου αιώνα. Οι τραγωδίες αντίθετα έχουν κυρίως ιστορική αξία. Η πιο μεγάλη μορφή του 17ου αι. είναι ο Γαλιλαίος, ο οποίος επιχείρησε το διαχωρισμό της πίστης από την επιστήμη. Tην εποχή του ρομαντισμού η λογοτεχνία στρέφεται προς έργα με κοινωνικές επιδιώξεις. Σημαντικοί εκπρόσωποι αυτής της περιόδου είναι ο Γκολντόνι, θεατρικός συγγραφέας με παγκόσμια απήχηση, ο Φώσκολος, ο Λεοπάρντι και ο Μαντζόνι ("Οι αρραβωνιασμένοι", έργο με μεγάλη ποιητική, ιδεολογική και γλωσσική αξία). Στη νεότερη εποχή διακρίθηκαν ο Βέργκα, ο πιο μεγάλος ιταλός αφηγηματογράφος μετά με τον Μαντζόνι ("Απροθυμία", "Ο μάστορας δον Τζεσουάλντο"), ο Ντ' Αννούτσιο ("Διηγήματα της Πεσκάρας"), ο Πιραντέλο, θεατρικός συγγραφέας, ο Ίταλο Σβέβο, κ.ά. Στις αρχές του αιώνα μας η λογοτεχνία τείνει να ανανεωθεί πιο δραστικά , αγγίζοντας πιο ουσιαστικούς και βαθείς εκφραστικούς τρόπους. Οι νέοι ποιητές (Καμπάνα, Ουγκαρέτι, Μοντάλε) προτείνουν μια καθαρή ποίηση, στρέφοντας την προσοχή τους από τις έννοιες της λογοτεχνίας (σημαινόμενα ) στις λέξεις ( σημαίνοντα). Τα καινούρια πολιτικά και ηθικά θέματα αντανακλούνται στα έργα του Κάρλου Λέβι, του Ίταλου Καλβίνο, του Μπερνάρι, του Αλμπέρτο Μοράβια. Στα χρόνια του '80 και του '90 αναδύθηκαν συγγραφείς που ψάχνουν μια καινούρια γλώσσα για να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή, μια γλώσσα ικανή να ανταποκριθεί στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής , όπου κυριαρχεί η τεχνολογία και οι αλλαγές στον τρόπο σκέψης και έκφρασης είναι θεαματικές. Εκπρόσωποι των καινούριων ρευμάτων είναι ο Μπένι, ο Ντε Κάρλο, ο Μπουφαλίνο.

ΤΕΧΝΗ

Η ιταλική τέχνη που άνθησε στη χερσόνησο την Εποχή του Σιδήρου, προσφέρει ένα ποικίλο και πολύπλοκο πανόραμα, στο οποίο βρίσκονται συγκεντρωμένα κοινά χαρακτηριστικά και διαφοροποιημένες τοπικές εκδηλώσεις. Ανάμεσα στον 3ο και τον 2ο αι. π.Χ. η διάδοση του ελληνιστικού πολιτισμού οδηγεί στο σχηματισμό μιας αληθινής ιταλικής koine, που συμβάλλει αργότερα μαζί με τις ετρουσκικές και ελληνικές συνθέσεις στη δημιουργία μιας ρωμαϊκής τέχνης. Κατά το Μεσαίωνα επικρατεί παντού μια συνειδητή επιστροφή στις φόρμες της αρχαιότητας, κυρίως στη νότιο Ιταλία, όπου ξεχωρίζει η μορφή του Νικόλα Πιζάνο. Η επίδραση της βυζαντινής τέχνης εμφανίζεται έντονα όχι μόνο στους ψηφιδωτούς κύκλους του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, αλλά και στη μινιατούρα και την τυπική και εικονογραφική σύνταξη της ζωγραφικής. Στις αρχές 14ου αι. η ιδιοφυία του Τζιότο ανοίγει την πόρτα σ' έναν καινούριο Ουμανισμό, που θα καθορίσει την πορεία της ζωγραφικής ολόκληρου του αιώνα. Η μεγάλη αρχιτεκτονική του 16ου αι. ανοίγει με τον Μπραμάντε και συνεχίζει με τον Μικελάντζελο. Η ζωγραφική αυτού του αιώνα, στη Φλωρεντία αλλά και σε ολόκληρη την Ιταλία, κυριαρχείται από το ύφος του Λεονάρδου Ντα Βίντσι, του Μιχαήλ Άγγελου και του Ραφαήλ, ενώ στη Βενετία ο τονισμός του Τζιορτζόνε εγκαινιάζει μια καινούρια ζωγραφική άποψη, που αναπτύχθηκε από τον Τιτσιάνο, τον Βερονέζε, τον Τιντορέτο. Μετά την Αναγέννηση ωριμάζει στη Ρώμη το πολύπλοκο φαινόμενο του Μπαρόκ που έχει ως κύριους εκπροσώπους τον γλύπτη Μπερνίνι και τους ζωγράφους Καράτσι και Καραβάτζιο. Το 19ο αι. αποκτά σπουδαιότητα το νεοκλασικό κίνημα και αργότερα το φουτουριστικό, στου οποίου τις καινοτομικές τάσεις αντιτάχθηκε η φασιστική αρχιτεκτονική. Μετά το Β΄Παγκόσμιο πόλεμο οι προσανατολισμοί της ιταλικής ζωγραφικής είναι διάφοροι και πολύπλοκοι. Ξεχωρίζουν οι καλλιτέχνες Μπιρόλι, Παολίνι, Τζανούσο.